αλληλων

αλληλων
    ἀλλήλων
    дор. ἀλλάλων (λᾱ) (только dual. n gen., dat. и acc. pl.) взаимно, между собой, друг друга
    

ἐριδαίνετον ἀλλήλοιϊν Hom.(оба) они спорят между собой;

    ὑποείκειν τι ἀλλήλοισιν Hom. — уступить в чем-л. друг другу;
    παραβαλόντες παρ΄ ἀλλήλους σκεψώμεθα, εἴ τι διοίσουσιν ἀλλήλων Plat. — сравним (их) друг с другом и посмотрим, отличаются ли они в чем-л. между собой


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αλληλων" в других словарях:

  • ἀλλήλων — of one another neut gen pl ἀλλήλων of one another fem gen pl ἀλλήλων of one another masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλλήλων — ἀλλήλων (ΑΜ) (αλληλοπαθής αντωνυμία σε γενική πληθυντικού τών τριών γενών, δίχως ονομαστική δηλώνει αμοιβαία ενέργεια ή κατάσταση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα αμοιβαία) ο ένας τον άλλον, ο ένας στον άλλον, ο ένας προς τον άλλον …   Dictionary of Greek

  • τἀλλήλων — ἀλλήλων , ἀλλήλων of one another neut gen pl ἀλλήλων , ἀλλήλων of one another fem gen pl ἀλλήλων , ἀλλήλων of one another masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλήλοιν — ἀλλήλων of one another neut gen/dat dual ἀλλήλων of one another masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλήλοις — ἀλλήλων of one another neut dat pl ἀλλήλων of one another masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλήλοισι — ἀλλήλων of one another neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀλλήλων of one another masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλήλοισιν — ἀλλήλων of one another neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀλλήλων of one another masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλήλω — ἀλλήλων of one another neut acc dual ἀλλήλων of one another masc acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλληλέων — ἀλλήλων of one another masc/fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλήλαιν — ἀλλήλων of one another fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλήλαις — ἀλλήλων of one another fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»